σαμάν

(I)
ο, Ν
βλ. σαμάνος.
————————
(II)
το, Ν
βοτ. είδος δέντρου τού γένους σαμάνθα, από το οποίο παράγεται το ομώνυμο ξύλο, που χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. saman < ισπ. saman].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάμαν — τὸ, Α (κυπριακός τ.) βλ. σήμα …   Dictionary of Greek

  • σαμανισμός — Ιδιαίτερο θρησκευτικό σύστημα, διαδομένο προπάντων στις υποαρκτικές περιοχές, κατά το οποίο μερικά πρόσωπα προικισμένα με ειδικές δυνάμεις, οι σαμάν, μπορούν να επικοινωνήσουν με τον κόσμο των πνευμάτων για να πετύχουν ορισμένα ωφελήματα. Ο όρος… …   Dictionary of Greek

  • Σαμανίδες — Μουσουλμανική δυναστεία που βασίλευσε στην ανατολική Περσία και στην Υπεροξανία μεταξύ 9ου και 10ου μ.Χ. αι. Υπήρξε σπουδαία γιατί ήταν η πρώτη εθνική περσική δυναστεία μετά την αραβική κατάκτηση και γιατί έδωσε μεγάλη ώθηση στην πνευματική και… …   Dictionary of Greek

  • αποκρυφισμός — Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζονται όλα τα ιστορικο πολιτιστικά φαινόμενα, σε οποιαδήποτε χώρα, εποχή ή πολιτισμό, τα οποία συνίστανται στην κατοχή και την άσκηση μιας μυστικής διδασκαλίας, λίγο έως πολύ πολύπλοκης και συστηματικής, που έχει ως… …   Dictionary of Greek

  • μάγος — Στην αρχαιότητα, το μέλος μιας μηδικής φυλής με βαθιά γνώση της θρησκείας, που επιδιδόταν σε αστρολογικές και μαντικές τεχνικές και χαρακτηριζόταν για τις επιστημονικές του γνώσεις· επίσης, ο ιερέας και σοφός των αρχαίων Περσών που ασχολείτο με… …   Dictionary of Greek

  • σαμανέα — η, Ν βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια φαβίδες τής τάξης φαβώδη και περιλαμβάνει 20 περίπου είδη δένδρων και θάμνων τής Αφρικής και τής Αμερικής, από τα οποία το Samanea saman καλλιεργείται ως καλλωπιστικό καθώς… …   Dictionary of Greek

  • σήμα — (Νομ.). Στα νομικά, σ. χαρακτηρίζεται κάθε σημείο χρήσιμο για να ξεχωρίζει την προέλευση των κάθε λογής βιομηχανικών, γεωργικών κλπ. προϊόντων, καθώς και εμπορευμάτων ορισμένης εμπορικής επιχείρησης. Σ. ονομάζεται και αυτό το ίδιο το διακριτικό… …   Dictionary of Greek

  • σαμάνος — και σαμάν, ο, Ν (στα ουραλοαλταϊκά φύλα τής κεντρικής και βόρειας Ασίας καθώς και σε άλλα μέρη τού κόσμου) μάγος που, σύμφωνα με τις τοπικές θρησκευτικές δοξασίες, είναι προικισμένος με την ικανότητα να επικοινωνεί με τον κόσμο τών πνευμάτων, να… …   Dictionary of Greek

  • συρία — Κράτος της Μέσης Ανατολής. Συνορεύει στα Β με την Τουρκία, στα Δ με το Λίβανο, στα Ν με την Ιορδανία και στα Α με το Ιράκ. Βρέχεται στα Δ από τη Μεσόγειο.H Συρία, το όνομα της οποίας προέρχεται από την αρχαία Aσσυρία, που για τους Έλληνες… …   Dictionary of Greek

  • συριά — Κράτος της Μέσης Ανατολής. Συνορεύει στα Β με την Τουρκία, στα Δ με το Λίβανο, στα Ν με την Ιορδανία και στα Α με το Ιράκ. Βρέχεται στα Δ από τη Μεσόγειο.H Συρία, το όνομα της οποίας προέρχεται από την αρχαία Aσσυρία, που για τους Έλληνες… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.